how to build your own website

Articles

Γιώτα Σκραβέλη
13 Νοεμβρίου 2006


Σε ένα πολύβουο πλήθος, όλων των χρωμάτων και πολλών γλωσσών, με περιορισμένη τη χρήση της ελληνικής, στέγασε τη δουλειά της η Γιώτα Σκραβέλη.

Ακόμη και ο ανελκυστήρας, που οδηγεί στον έβδομο όροφο του κτιρίου όπου βρίσκεται ο δημιουργικός της χώρος, μεταφέρει από το δρόμο τις μυρουδιές της ανατολής. Η μυρουδιά των μπαχαρικών λες και έχει διαποτίσει τα μέταλλά του.

Οι πίνακές της με αναφορές στο «ήταν» και στο «τώρα» δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές. Απέναντί της οι τζαμόπορτες τής επιτρέπουν να έχει διαρκή συνομιλία με την Ακρόπολη. Το Ερέχθειο λες και προεκτείνεται και καταλαμβάνει τον προσωπικό της χώρο. Το «ήταν».

Το «τώρα» έρχεται από την απέναντι πολυκατοικία με όλα τα είδη των ρούχων, με όλες τις ποιότητες των υφασμάτων, σε όλα τα χρώματα απλωμένα στα μπαλκόνια.

Το «τώρα» και από τη βουή της πόλης που φτάνει ως επάνω ως πολύβουος ήχος που τα ελληνικά δεν είναι πια η μόνη ομιλία. Και οι μυρουδιές των μπαχαρικών που ανακατεύονται με τη μυρουδιά των χρωμάτων και των ποικίλων υλικών.

Αυτή η χρονική στιγμή το «τώρα» που στον φιλοσοφικό του χρόνο έχει κιόλας παρέλθει και είναι περισσότερο «χθες» ή «χθες» αδιαχώριστο από το «τώρα». Ή «τώρα» που για να το δεις στην εξέλιξή του στο «αύριο» καλείσαι να το αναζητήσεις στο «χθες».

Was-Now: Η σειρά με τις πολυκατοικίες, χωρίς την παρουσία του ανθρώπου που, ωστόσο, δεν είναι απούσα, όχι μόνο γιατί τα κτίρια είναι δημιούργημά του, αλλά και κατοικία του. Τη φθορά που υφίστανται τα ίδια, υφίσταται – και ακόμη μεγαλύτερη – ο ίδιος ο άνθρωπος.

Οι φωτογραφίες: Πρόσωπα σε διάφορες χρονικές στιγμές – το ίδιο πρόσωπο με τα σημάδια του χρόνου – επιτείνει αυτή τη συνομιλία του «ήταν» και του «τώρα». Η επεξεργασία εξάλλου που υφίστανται οι φωτογραφίες (που είναι τραβηγμένες από την ίδια) με υλικά όπως είναι η άμμος, το χώμα, μοιάζουν ως επιτύμβιες στήλες. Όχι μόνο γιατί το χώμα παραπέμπει στο τέλος και στην τύχη του ανθρώπου, αλλά και γιατί η ίδια η αίσθηση που αποπνέει ο πίνακας δίδει την εντύπωση μιας επιτύμβιας στήλης που στήθηκε στη μνήμη ενός αγαπημένου νεκρού. Ίσα ίσα για να μπορεί από το «χθες» να ανακληθεί στο «τώρα».

Βιβλία: Και η σειρά των βιβλίων όσο και να μοιάζει άλλη δουλειά κρατά αυτό το χαρακτήρα της συνομιλίας του «ήταν» και του «τώρα». Ένα βιβλίο πάντα, από τη φύση του, είναι μια πρόταση της χρονικής στιγμής που γράφεται (ήταν) και της χρονικής στιγμής που διαβάζεται (τώρα).

Ο διάλογος μέσα από την απόσταση του χρόνου επιτείνεται ακόμη περισσότερο εξαιτίας της φθαρτότητας των υλικών. Χους ην και εις χουν απελεύσει. Τα υλικά των «βιβλίων» (χώμα, άμμος, επιχρωματισμένη μαρμαρόσκονη) αφήνουν τα ίχνη τους στα ακροδάκτυλα του αναγνώστη καθώς φυλλομετρά το βιβλίο και επιχειρεί τη δική του ανάγνωση.

Αυτή ακριβώς είναι και η πρόθεση της δημιουργού. Μπορεί εκείνη να έχει ως αφετηρία της – για παράδειγμα – την Έρημη χώρα του Έλιοτ και το στίχο «Ο Απρίλης είναι ο πιο σκληρός μήνας», αλλά εκείνο που ενδιαφέρει είναι η ανταπόκριση του αναγνώστη, ο λόγος που ο ίδιος ο αναγνώστης θα αρθρώσει μετά την ανάγνωση του βιβλίου.

Η δυνατότητα που του παρέχεται να ξεφυλλίσει το βιβλίο απομακρύνει από την επιταγή των μουσείων «Don’t touch» που στόχο βέβαια έχει την ακύρωση της φθοράς. Εδώ η επιταγή μετατρέπεται σε «Touch», γιατί ίσα ίσα η φθορά είναι ο νόμος της φύσης. Ούτε και το έργο τέχνης μπορεί να την αποφύγει. Και η προσπάθεια του καλλιτέχνη να κερδίσει την αθανασία μέσα από το έργο του, ίσως κι αυτή να είναι μια ματαιοπονία.

Η καλλιτέχνης, επομένως, απομακρύνεται από αυτό το ναρκισσισμό (ο ναρκισσισμός την έχει απασχολήσει και εικαστικά) και επιτρέπει στο έργο της να υποστεί τη φθορά. Να συνδιαλαγεί το «ήταν» με το «τώρα» και ό,τι κρατήσει το έργο από αυτή τη συνομιλία με τον ένα θεατή να αποτελέσει υλικό για την «αυριανή» ανάγνωση που θα επιχειρήσει κάποιος άλλος θεατής-αναγνώστης στο ίδιο ακριβώς δίπολο του παρελθόντος-παρόντος που καθίσταται κατ’ αυτό τον τρόπο και μέλλον.

Απρίλης: Άνοιξη, αλλά με τη νίκη επί του θανάτου. Η Περσεφόνη, ο Υάκινθος, οι χθόνιες θεότητες των Ελλήνων επανέρχονται από το σκότος στο φως την Άνοιξη. Την επιστροφή τους σηματοδοτεί και η αναγέννηση, η ανθοφορία της φύσης. Αλλά η Άνοιξη, ο Απρίλης, είναι και ο επιτάφιος θρήνος, το άρωμα της βιολέτας – παρουσία της Άνοιξης – στον επιτάφιο. Το «έαρ» είναι και η πονεμένη φωνή της μάνας του Ιησού «Ω, γλυκύ μου Έαρ». Και μπορεί στον Σολωμό ο Απρίλης και ο Έρωτας χορεύουν και γελούνε, αλλά εκείνη ίσα ίσα η πιο γλυκειά ώρα σημαδεύεται από τη θυσία των Μεσολογγιτών.

Η καλλιτέχνης με αφορμή τον Έλιοτ – η συνομιλία μαζί του ούτως ή άλλως εντάσσεται στον πολύμορφο και πολυπρόσωπο διάλογο που έχει ανοίξει κατά την καλλιτεχνική της ωρίμανση στο Λονδίνο – έχει περισσότερο να κάνει με τις ελληνικές της καταβολές, έστω και εάν η ίδια δεν αναγνώρισε την αφετηρία αυτού του διαλόγου που εγκαινιάζει ο Έλιοτ στη σειρά των βιβλίων της.

Την ιδέα των ανοικτών στούντιο των καλλιτεχνών στο κοινό, που μια μορφή υλοποίησή της αποτελεί και αυτός ο τόμος, συζήτησα εν τη γενέσει της με τη Γιώτα Σκαρβέλη που συμμετέχει σε αυτή την κίνηση. Την χαιρέτησα με ενθουσιασμό, γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπορούσα να συναισθανθώ ό,τι θα είχα απωλέσει με μια πρόσκληση σε κάποια αίθουσα τέχνης: Η όσφρηση ταύτιζε μυρουδιές από γηγενή αρωματικά φυτά και άλλα που προέρχονταν από τα βάθη της Ανατολής. Η ακοή συνελάμβανε λέξεις που ανήκαν σε γλώσσες με άγνωστη σε μένα καταγωγή. Η αφή είχε το περιθώριο να πλανηθεί σε υλικά, πίνακες και πάγκους εργασίας. Η γεύση ακόμη να απολαύσει τον καφέ κατά τον τρόπο της καλλιτέχνιδος. Στην πρωτοκαθεδρία η όραση: Η Ακρόπολη από τη μια, από την άλλη η άναρχη δόμηση της πόλης με το δάσος των τηλεοπτικών κεραιών και τα πιο άμεσα πλάνα, πίνακες ολοκληρωμένοι, ημιτελείς, κάποιοι δηλωτικοί του επόμενου βήματος της δημιουργού, άλλοι να μαρτυρούν το αδιέξοδο, την αγωνία της μορφοποίησης που απέχει πολύ από τη σύλληψη της ιδέας.

Αυτή η ατμόσφαιρα στην οποία δρα ο καλλιτέχνης και αυτή η συναισθησία που κερδίζει ο επισκέπτης, η κατά πρόσωπον και από καρδιάς συνομιλία με τον δημιουργό είναι δύσκολο να ευδοκιμήσουν σε άλλον από το δικό του χώρο.

Γεωργία Κακούρου Χρόνη
Επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης

Γιώτα Σκαρβέλη: The Book of Hours. Εγκατάσταση στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Επιμέλεια, Δρ. Γεωργία Κακούρου Χρόνη

«Θεέ μου, τι θα κάνεις; Φοβούμαι πολύ!»
Rainer Maria Rilke

Οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1991, με κύριο σκοπό την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών κυρίως σε μνημεία που δεν είναι προσβάσιμα για το κοινό την υπόλοιπη χρονιά. Στις εκδηλώσεις συμμετέχουν μουσεία και άλλοι πολιτιστικοί οργανισμοί. Η εορτή δίνει την ευκαιρία να προσεγγιστούν οι μουσειακές συλλογές από μια διαφορετική οπτική και να προσφερθεί μια διαφορετική ερμηνεία τους.

Η Ελλάδα συμμετέχει στον εορτασμό από το 1994. Ως ημέρες του εορτασμού ορίζονται οι τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου, από τις 28 έως τις 30. Οι φετινές εκδηλώσεις φέρουν τον τίτλο Οικείες ιστορίες. Στο πλαίσιο αυτών των εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση της Γιώτας Σκαρβέλη στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά, με επιμέλεια της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη.

Η Γιώτα Σκαρβέλη γεννήθηκε στο Καστόρι. Οι καλλιτεχνικές της αναζητήσεις την οδήγησαν στο Λονδίνο, από όπου επέστρεψε πρόσφατα. Το έργο της The Book of Hours (Το Βιβλίο των Ωρών) αποτελεί μέρος μιας «σειράς βιβλίων» που η «συγγραφή» τους ξεκίνησε το 1997 και αφορμάται από τον στίχο της Έρημης Χώρας του T. S. Eliot: «I’ll show you fear in a handful of dust» (σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη: «Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο»).

Ο τίτλος του Βιβλίου της είναι δάνειος. Το Βιβλίο των Ωρών ήταν το σπουδαιότερο βιβλίο προσευχής κατά το Μεσαίωνα. Ήταν χωρισμένο σε οκτώ τμήματα (Ώραι) που περιείχαν ψαλμούς, ύμνους, προσευχές, και άλλα αναγνώσματα, με πυρήνα τις Ώρες της Παρθένου, και έπρεπε να διαβαστούν ορισμένες ώρες της ημέρας. Κάθε βιβλίο ήταν ιδιαίτερο εξαιτίας της διακόσμησής του αλλά και των προσθηκών που τις διαμόρφωναν οι ανάγκες των κατόχων τους. Το πιο γνωστό εικονογραφημένο χειρόγραφο είναι οι Trés Riches Heures του Duc de Berry από τις μικρογραφιες με τις οποίες το διακόσμησαν οι τρεις Φλαμανδοί αδελφοί Limburg (1416).

Το δικό του Βιβλίο των Ωρών μερικούς αιώνες αργότερα (1905) γράφει ο Rainer Maria Rilke. Ο ποιητής σε μια εποχή δυσπιστίας, μοναξιάς, βαθιάς αγωνίας και φόβου αρθρώνει με τους στίχους του τη δική του προσευχή και αναζητά την προσωπική του ταυτότητα ανάμεσα στο συνεχές γίγνεσθαι του Θεού, του ανθρώπου και της φύσης.

Αλλά στον ερειπιώνα του Μυστρά ενοικούν οι Ώρες από το Μοναστήρι της Παντάνασσας. Ώραι είναι μέρος του κύκλου των ακολουθιών του εικοσιτετραώρου, αναγνώσματα και τροπάρια, αντιστοιχούν σε ορισμένες ώρες της ημέρας και ψάλλονται καθημερινά στη Μονή από τον Εσπερινό έως την Ενάτη Ώρα χρόνια τώρα.

Η Γιώτα Σκαρβέλη στο δικό της Βιβλίο των Ωρών κατέχεται πρώτα από την ανάγκη της ενδοπροσωπικής επικοινωνίας. Της ανάγκης, δηλαδή, η ίδια να εγκύψει στον εαυτό της. Να προσδιορίσει τις ιδέες από τις οποίες εμφορείται και στη συνέχεια να τις μορφοποιήσει για να καταστήσει δυνατή την επικοινωνία της μαζί μας. Στο Βιβλίο της εγγράφει πτυχές του εσωτερικού της κόσμου.

Στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά η εγγραφή αυτή διευκολύνεται από την επαφή της τέχνης με τη φύση. Ο διάλογος που αναπτύσσεται ανάμεσα στην τέχνη και τη φύση, στο άυλο και στο υλικό, απεικονίζεται στο έργο της. Η διαλεκτική υλικού και άυλου κόσμου μορφοποιείται απτά.

Το ίδιο το έργο της – Βιβλίο – όχι μόνο παραπέμπει στην ύλη, αλλά και στη φθορά της, αφού στις σελίδες του Βιβλίου είναι ενσωματωμένα φθαρτά υλικά από τον ίδιο το χώρο του Μυστρά και η φθορά τους επιτείνεται κάθε φορά που ένας νέος αναγνώστης επιχειρεί μία ανάγνωση.

Από την άλλη το βιβλίο παραπέμπει σε ό,τι το πνεύμα επιχειρεί να καταστήσει – με το να το καταγράφει – άφθαρτο. Η αίσθηση αυτή αναδεικνύεται με την ίδια την ύπαρξη του αρχαιολογικού χώρου και με την παρουσίαση στο Βιβλίο μορφών που έζησαν και έδρασαν στον Μυστρά και εξακολουθούν να είναι παρούσες.

Η πρόσκληση, ωστόσο, της εισόδου μας στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου έχει πρόσθετη και ουσιαστικότερη σημασία.

Οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι φέτος αφιερωμένες στην «οικία». Προσκαλούμεθα, λοιπόν, να εισέλθουμε στην «Οικία» του Θεού. Να εγκαταλείψουμε, δηλαδή, έστω και για λίγο την ιδιωτική μας οικία, να αφήσουμε το μέρος και να αναζητήσουμε το Όλον, γιατί ως άνθρωποι αποτελούμε μέρος ενός βαθύτερου συνόλου σε φυσικό, νοητικό, ψυχικό και πνευματικό επίπεδο.

Η είσοδός μας στον «Οίκον» του Θεού σημαίνει επικοινωνία με το Όλον που μας υπερβαίνει. Σημαίνει αποδοχή της χρονικότητάς μας μέσα στο σύμπαν του Θεού και θρυμματισμό της έπαρσής μας, αλλά και πίστη ότι δεν είμαστε εκτεθειμένοι μόνο στη φθορά. Μέσα στη χρονικότητά μας καλούμεθα να αναζητήσουμε την ακεραιότητα που εξασφαλίζει η ικανότητα της αγάπης και η εναρμόνισή μας με το σύμπαν.

Η πρόταση γονυκλινείς να επικοινωνήσουμε με την καλλιτέχνιδα δεν εμφαίνει ένα είδος εγωπάθειας, αλλά την ταπεινότητα που απαιτείται και τη βούληση που οφείλουμε να επιδείξουμε για να επικοινωνήσουμε στον «Οίκον» του Θεού με τον βαθύτερο εαυτό μας. Να αναζητήσουμε εντός μας το Όλον του οποίου αποτελούμε μέρος.

Ως παρεπίδημους μας καλεί η καλλιτέχνις να συγγράψουμε κι εμείς τις δικές μας Ώρες.

Δρ. Γεωργία Κακούρου Χρόνη
Επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης

Καλλιτέχνιδα με φιλοσοφικές τάσεις, η Γιώτα Σκαρβέλη ανήκει στους δημιουργούς που γοητεύει αφαιρώντας από την πραγματικότητα παρά αντιγράφοντάς της. Στα έργα της από το 1985 μέχρι σήμερα, αναζητά την ταυτότητα των πραγμάτων και την ουσία των εντυπώσεων, ερευνά τη δομή των αναμνήσεων και των αισθήσεων. Η ίδια, είδε τη ζωγραφική ως μια περιπετειώδη πορεία μέσω των αισθήσεων και δύο λέξεις, όπως αυτές που σώζονται αποσπασματικά, του Εφέσιου φιλόσοφου Ηράκλειτου «εδιζησάμην εμεωυτόν» (εζήτησα να βρω τον λόγο της ουσίας μου), μοιάζουν να είναι η πλατφόρμα πάνω στην οποία διαμόρφωσε τη ζωγραφική της. Συνήθως οι φόβοι κάθε καλλιτέχνη παραμένουν άγνωστοι στο ευρύ κοινό και μόνον οι υποθέσεις μπροστά στο έργο τέχνης, μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε τα ίχνη που αφήνουν πάνω του.

Σε αντίθεση με το ρεαλισμό της δεκαετίας του ’80 και τη Νέα Γεωμετρία (Neo-Geo) του ‘90, περίοδο κατά την οποία ανέπτυξε το έργο της, η καλλιτέχνιδα συνταίριαξε εικονιστικά στοιχεία με ανεικονικά, σχηματοποίησε σύμβολα σε αφαιρετικό φόντο, δούλεψε με φαρδιά περιγράμματα και ακανόνιστα χρωματικά πεδία, ενσωμάτωσε φυσικά υλικά και άμμο, φωτογραφίες και υφάσματα δοκιμάζοντας μετά τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό να απεικονίσει την ουσία της φιλοσοφικής της σκέψης. Το έργο της αναπτύσσεται σπονδυλωτά σε τρεις διαδοχικούς άξονες, δύο από τους οποίους εμπεριέχονται στα προσωπικά της «Βιβλία των Ωρών» (1985 μέχρι σήμερα). Πρόκειται για μια σειρά φύλλων διαστάσεων 40x50 εκ., ένα εκτεταμένο συνεχόμενο ημερολόγιο χρωμάτων και γραφής. Πάνω τους, καταγράφεται η ζωγραφική πορεία που ακολούθησε στο τελάρο, από τη συνδυαστική ζωγραφική της ενότητας «Τώρα στο Παρελθόν, Παρουσία της Απουσίας» («Now in the Past, Present of Absent», 2000-05) προς στην αφαίρεση με την οντολογική ενότητα «Λόγος».

Η πρώτη ενότητα «Δελφίδες» (1997-2000), περιλαμβάνει πίνακες μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, με σχηματοποιημένες και μεγεθυσμένες μήτρες, την ουσία της γυναικείας φύσης, που απλώνονται σε μεγάλα χρωματικά ανομοιογενή πλαίσια κόκκινου, γαλάζιου και κίτρινου. Με τις υπερμεγέθεις μήτρες, ως προέκταση της γυναικείας προσωπικότητας, όριο της ερωτικής επιθυμίας, παγκόσμιο και πανάρχαιο σύμβολο της γονιμότητας, προστασία και θάνατος της ζωής, η Γιώτα Σκαρβέλη κάνει το πρώτο βήμα ψυχολογικής διερεύνησης της σχέσης ανάμεσα στο συλλογικό υποσυνείδητο και το ατομικό εγώ. Εκ των πραγμάτων, κάθε μεγέθυνση συντάσσεται με την τραγωδία καθώς σχετίζεται με την ανίχνευση και την καταστρατήγηση των ορίων. Η προσέγγιση της ζωγράφου είναι λυρική, και σαν ποιήτρια της εικόνας αντιλαμβάνεται και αποδίδει την εσωτερική αλήθεια στην ερωτική ταύτιση ανάμεσα στο Εγώ και το Εσύ (κατάσταση έκστασης). Κόκκινο της συγκίνησης, της δράσης, της έντασης και του πάθους. Γαλάζιο για τη δροσιά, κίτρινο της αισιοδοξίας για τη ζωή και την πνευματικότητα, πράσινο για την αναγέννηση της Φύσης. Ο συμβολισμός της συγκεκριμένης εικονογραφίας, γίνεται σαφέστερος, όχι μόνον με την χρήση των καθαρών και αυτοτελών χρωμάτων που επιλέγει αλλά και με την ενσωμάτωση φυτικών σπόρων στην περιοχή της σχηματοποιημένης μήτρας. Η εντύπωση που μένει στο θεατή είναι ένα οπτικό παιχνίδι σε οκτώ πίνακες με τη δική της διατύπωση πάνω στο νόημα του έρωτα.

Κατόπιν, η Γιώτα Σκαρβέλη αποστασιοποιήθηκε από τον έρωτα και στην ενότητα «Τώρα στο Παρελθόν, Παρουσία της Απουσίας» («Now in the Past, Present of Absent», 2000-05) εστίασε στη μνήμη των ανθρώπων. Σε μεγάλα τελάρα της σειράς, συνδύασε ότι βλέπει και βρίσκει στο εργαστήρι της με ότι θυμάται και δημιούργησε εικόνες στατικές, παγωμένες στο χρόνο, να προβάλλουν την έκφραση των προσώπων των οποίων φωτογραφίες τους κόλλησε στην επιφάνεια του πίνακα. Κάνοντας μια συνδυαστική ζωγραφική, κάτι ανάμεσα στην combine painting του Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ και τη πνευματική ζωγραφική του Αμερικανού Αφηρημένου Εξπρεσιονιστή Μαρκ Ρόθκο, η Γιώτα Σκαρβέλη έβαλε δίπλα-δίπλα τα επίπεδα χρωματικά πλαίσια με κομμάτια υφάσματος ταπετσαρίας τοίχου και χαρτιού σαν να ήθελε να δοκιμάσει και να αντιπαραβάλλει στο χρόνο, την εμπειρία των συναισθημάτων με την εμπειρία της ύλης.

Σ’ αυτή την ενότητα, η καλλιτέχνιδα κάνει μια ζωγραφική δύο διαστάσεων και τονίζει την επιπεδικότητα της επιφάνειας του τελάρου όταν εναλλάσσει τους ψυχρούς τόνους των χρωμάτων με τα υφασμάτινα κομμάτια. Ο χρόνος χάνει το βάθος του στο παρελθόν και τα πρόσωπα των ενσωματωμένων φωτογραφιών που κοιτούν κατενώπιον τον θεατή με το παγωμένο, στοχαστικό και διεισδυτικό βλέμμα τους, μετατρέπουν τον πίνακα σε έναν ατονικό χώρο, απροσδόκητα κενό συναισθημάτων και εντυπώσεων. Η ενότητα είναι απειλητική επειδή ακριβώς η Γιώτα Σκαρβέλη μπήκε στον πειρασμό και τόλμησε να καθρεπτίσει την απέριττη πραγματικότητα του δυτικού ανθρώπου: το ατομικό βίωμα στις μέρες μας παραμένει ιδιωτικό χωρίς να προκαλεί ομαδικά συναισθήματα. Ο θεατής απειλείται από πλήξη και αδιαφορία όπως ακριβώς βιώνει την πραγματικότητά του. Απομονωμένος στο παρόν, διαχωρίζεται με ψυχρή ακρίβεια από το παρελθόν. Μια προσωπική φωτογραφία χάνει την αξία της για τον άνθρωπο της πληροφορικής. Η ατομική ανάμνηση ενός προσώπου δεν διασφαλίζει παρά μόνον ότι, ανακαλεί την ασάφεια ή την διαύγεια των συναισθημάτων μιας ατομικής αλλά όχι συλλογικής ανάμνησης.

Η συνέχεια στη ζωγραφική της Γιώτας Σκαρβέλη θα έρθει με την πιο λυρική ενότητα «Λόγος». Πρόκειται για μια σειρά έργων που βρίσκεται σε εξέλιξη και δείχνει την πορεία της προς την απόλυτη αφαίρεση με σκοπό την αναζήτηση μιας διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στη χειρονομία και τον ποιητικό λόγο. Σε κάποια από αυτά, η καλλιτέχνιδα αντικατέστησε τις επικολλήσεις της ύλης (φωτογραφιών, χαρτιών, υφασμάτων) πάνω στο μουσαμά, με ιδιόχειρες ποιητικές προτάσεις και αγαπημένα αποσπάσματα ποιημάτων. Επανεισάγοντας στη σύγχρονη ζωγραφική την αντίληψη της εικονοπλαστικής δύναμης του γραπτού λόγου, ώστε ο πίνακας «κάτι να λέει», επιχειρεί να ξαναζωντανέψει την ποιητική διάσταση του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού. Η δύναμη και η ένταση της χειρονομίας πάνω στο μουσαμά συμπληρώνεται ή συνδιαλέγεται με τη δύναμη της συγκίνησης που αποτυπώνει ο γραπτός λόγος.

Η Γιώτα Σκαρβέλη μεθοδεύει τις χρωματικές χειρονομίες στα πλαϊνά και το κάτω μέρος της εικόνας σαν να είναι διαχωριστικές πύλες. Έτσι, δημιουργεί την ψευδαίσθηση του βάθους στη αφαιρετική σύνθεση και ο θεατής εστιάζοντας το βλέμμα στο κέντρο της σύνθεσης βυθίζεται σ’ έναν χρυσοκίτρινο φωτεινό χώρο απόλυτης αφαίρεσης. Οι πίνακες αυτοί, είναι εξαιρετικά γοητευτικοί. Η καλλιτέχνιδα βλέπει μόνον φως, όπως οι μύστες στα οράματα τους και οι ποιητές στην ποίησή τους. Αυτές οι εικόνες ανακαλούν αμυδρά στη μνήμη τα εικονογραφημένα ποιήματα και τις υδατογραφίες του Βρετανού Μυστικιστή ζωγράφου William Blake. Από την πλευρά της Γιώτας Σκαρβέλη είναι μια νέα πρόταση προς τον θεατή που αναζητά την καθαρότητα των αισθημάτων και την πνευματικότητα, να αφεθεί στην ενέργεια του λαμπερού φωτός.

Γιάννης Κολοκοτρώνης
Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης
Δ.Π.Θ. Τμήμα Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών

ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΙΑ
Ἀποκαθήλωση τῆς γραμμικῆς βεβαιότητας·
διασπορά τῶν σημείων·
ὑπεραναπαραστατική ἀνατροπή:

ἀφηγηματική κατάτμηση –ΚΡΊΣΗ
κώδικας ἀσυνεχής –ΡΉΞΗ
λέξεις, Λόγος ὑπόρρητος –ΝΌΗΜΑ
Ἄξονες ἀέναα διαπλεκόμενοι. Ὑπερέκταση, μορφές διασπώμενες· ὁ ὀρίζοντας τῆς
συνομιλίας μέ τό γήινο –θολός, βεβαρυμένος: ἀποδόμηση rebus ipsis, ὄχι comme il faut
(τοῦ συρμοῦ). Ἀποδόμηση στέρεα –τεχνογνωσία- οἰκεῖα ρυθμῶν θαλερῶν.
Παράδοξη δικαίωση τοῦ κλασικοῦ στή διάχυση (καμιά ανασύνθεση τυχαῖα):
ΑΝΆΤΑΣΗ
ΈΚΡΗΞΗ
ΚΟΣΜΟΓΟΝΊΑ


Κίνηση διαρκής πρός τήν καινοφάνεια, ἀσύμμετροι διασκελισμοί –κενά ἀπόλυτης ὀδύνης.
Ἡ προσμονή τῆς ἀναγέννησης –θύμηση, αἰσθήσεις, ὀσμές- ἀνάμνηση τοῦ καινούριου πού
ἀργεῖ νά ’ρθει –στή σκιά τοῦ παλιοῦ πού νά ὑπάρξει ἄλλο πιά δέν μπορεῖ. Ἀγωνία, φόβος
τοῦ ἄγνωστου –ἐλπίδα μιᾶς ἄλλης εποχῆς: ἀδύνατη ὁλοκλήρωση; Προσδοκία ὑγρή σάν
γονιμότητα –ὀσμή ἔρωτα, λόγος ἔρωτα, τελείωση θανάτου:

ΣΚΙΈΣ
ἈΝΤΑΎΓΕΙΕΣ
ΡΌΔΙΣΜΑ




Ἔναυσμα πορείας διάστικτης μέ παύσεις –ὀριστικές σιωπές- περισυλλογή... Χρόνος
στιγμιαῖος· ἀπώλεται τήν στιγμήν τῆς ἑαυτοῦ βίωσης –παρελθόν ἀκατάληπτο, ἐρεβῶδες,
στέρφα στωικό. Ὅμως Ζήνωνος τοῦ Κιτιέως λέξεις:

Νῦν εὐπλόηκα, ὅτε νεναυάγηκα! [363 -264 π.Χ.]

Συνέχει ἡ ἐντελέχεια τοῦ εγώ: βούληση ἀδήριτη πλοηγεῖ ἀσυνείδητα τό εἰκαστικό σῶμα.
Ἐγώ! Me! Πρωτογενής παρόρμηση –σωτηρία- μιά φωτεινή πανδαισία. Ἄρση τῆς ρήξης,
πλήρωση τοῦ κενοῦ, σύντηξη καί μετασχηματισμός.
Γαλήνη μέχρι τήν ἀγωνία τῆς ἐπαύριον...


Ars longa, vita brevis

Ἡ Σκαρβέλη μᾶς ταξιδεύει στήν ἄρση τῶν ἀντιφάσεων. Ἡ τέχνη, διηνεκής πρόκληση
(ars longa)...

Α. Ἡ ἀποδόμηση ριζική, ὅμως μέ ὄρους συστατικούς τῆς ἀνασύνθεσης –ἐκβάλλει ἔργο
ὥριμο, ἀναδύει μουσική. Ἡ τέχνη –βιωμένο προϊόν τῆς μακρᾶς διάρκειας (ars longa)... Ἡ
κατάτμηση: σύνθεση οὐσιώδης. Τό καινοφανές οἰκεῖο: κατάκτηση ἐκκωφαντική.
Ὑπερβατολογική τεχνική αποκαλύπτει ρυθμό γνώριμης ἀλληλουχίας· δυναμική τοῦ
μετασχηματισμοῦ διδάσκει τή θέαση τοῦ μέλλοντος. Πρώτη ὕλη, γραμματική δημιουργίας.
ἈΝΑΣΎΣΤΑΣΗ ...

Β.
Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi...:
Σίβυλλα τί θέλεις; respondebat illa: αποθανεῖν θέλω... [1922]
Ἀναζήτηση τῆς νιότης: χρωματίζει μνῆμες, ἀναδύει ὀσμές, πάλλει βιώματα φαντασιακά. Γεύση τῆς
ἀποστέρησης: διατάσσει ἐμπειρίες –ὅπου τό φῶς κυριαρχεί. Νιότη –ars longa. Στυφή γεύση
προσμονῆς τοῦ ἔρωτα, στίς ἄνοιξες τῆς σιωπῆς –φῶς ἐκ φωτός. Ὑπομονή –καρτερία: σάν θάνατος·
προσδοκία ὡς ἀπώτερη βίωση τῆς ζωῆς. Ἔλλειμμα ἀνεκπλήρωτο πού θρέφει τό σήμερα. Πόνος ἐφήμερος, νοηματοδοτούμενος ἀπό φῶς τῆς δημιουργίας. ΖΩΉ ...

Γ. Σκοτεινός –ἀπόλυτος- ἐρωτισμός (τῆς Ανατολῆς): παρηγοριά, πρόκληση, ἀπώλεια;
Ὅμως τά χωμάτινα χρώματα ἀνοίγονται με αἰθέρια ρώμη στό Λόγο. Ἡ μετάβαση βρίσκει
χρόνο –θεράπαινα τῆς ὀργασμικῆς τέχνης. Κυρίευέ με... Ἡ προσμονή τοῦ νέου,
μακρόσυρτη, ἀφόρητη, ζοφερή –ἐκεῖ μέ στρέφει:

N'hésitez pas à changer de vitesse au milieu de la nuit [1953 -1986]

[Ὅ]ταν ριγοῦν καί τρέμουν αἱ αἰσθήσεις, ἄφρων καί ἀσεβής εἶναι ὅστις μένει μακράν... [1877-1923]
Στήν ένταση τῆς οργασμικῆς τεχνικῆς,
ψαύεται καλύτερα ὁ χρόνος. ΤΌ ΣΎΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ἩΔΟΝΉΣ ...

∆. Ὅμως ἐλλοχεύει ὁ θάνατος, γήινος –οἰκεῖος. Ἡ Σκαρβέλη τόν ἀτενίζει ὡς χρόνο: σειρά
περαιωμένων στίξεων, τό ὑλικό τῆς ζωῆς. Εἶναι, καί πάλι, μορφή πού τεμνόμενη στά
χαρακτηριστικά της ἀνασυντίθεται. Θάνατος ζωογόνος –ἀκριβῶς- ἡ ἄρση τῶν ἀντιφάσεων.
Ὄψεις γλυκεῖες, στιγμές καθημερινές –κορυφαῖες. Δίνουν αὐτές τό πένθιμο στίγμα

–si ch'io vοrrei morrire, hora ch’io baccio amore
La bella bocca del mio amato core
[1603]–
Μά ἀντίστροφα: Ὑπενθύμιση, κατάθεση, ὑποχρέωση ζωῆς... ἈΓΏΝΑΣ ...

Ε. Ἡ Σκαρβέλη ανασυνθέτει τό λόγο, τήν εἰκόνα, τήν τεχνική. Τό ὑποκείμενο στή διαρκῆ
βουή τοῦ ασταθοῦς περιβάλλοντος: μίτος σέ διαδρομή περίπλοκη. Ὥριμη, μεστή
ἀναζήτηση. Τό εἰκαστικό ὑποκείμενο συγκροτεῖ τά δρώμενα· διακοντίζει προεκτάσεις
ἀπρόσμενα πολλαπλές. Ἐπέστρεφε... Τό δεσπόζον ὑποκείμενο διαπνέει τόν διάπλου. Me!
–Κυρίευέ με...