YIOTA SKARVELI

Γιώτα Σκραβέλη

13 Νοεμβρίου 2006

 

Σε ένα πολύβουο πλήθος, όλων των χρωμάτων και πολλών γλωσσών, με περιορισμένη τη χρήση της ελληνικής, στέγασε τη δουλειά της η Γιώτα Σκραβέλη.

 

Ακόμη και ο ανελκυστήρας, που οδηγεί στον έβδομο όροφο του κτιρίου όπου βρίσκεται ο δημιουργικός της χώρος, μεταφέρει από το δρόμο τις μυρουδιές της ανατολής. Η μυρουδιά των μπαχαρικών λες και έχει διαποτίσει τα μέταλλά του.

 

Οι πίνακές της με αναφορές στο «ήταν» και στο «τώρα» δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές. Απέναντί της οι τζαμόπορτες τής επιτρέπουν να έχει διαρκή συνομιλία με την Ακρόπολη. Το Ερέχθειο λες και προεκτείνεται και καταλαμβάνει τον προσωπικό της χώρο. Το «ήταν».

 

Το «τώρα» έρχεται από την απέναντι πολυκατοικία με όλα τα είδη των ρούχων, με όλες τις ποιότητες των υφασμάτων, σε όλα τα χρώματα απλωμένα στα μπαλκόνια.

 

Το «τώρα» και από τη βουή της πόλης που φτάνει ως επάνω ως πολύβουος ήχος που τα ελληνικά δεν είναι πια η μόνη ομιλία. Και οι μυρουδιές των μπαχαρικών που ανακατεύονται με τη μυρουδιά των χρωμάτων και των ποικίλων υλικών.

 

Αυτή η χρονική στιγμή το «τώρα» που στον φιλοσοφικό του χρόνο έχει κιόλας παρέλθει και είναι περισσότερο «χθες» ή «χθες» αδιαχώριστο από το «τώρα». Ή «τώρα» που για να το δεις στην εξέλιξή του στο «αύριο» καλείσαι να το αναζητήσεις στο «χθες».

 

Was-Now: Η σειρά με τις πολυκατοικίες, χωρίς την παρουσία του ανθρώπου που, ωστόσο, δεν είναι απούσα, όχι μόνο γιατί τα κτίρια είναι δημιούργημά του, αλλά και κατοικία του. Τη φθορά που υφίστανται τα ίδια, υφίσταται – και ακόμη μεγαλύτερη – ο ίδιος ο άνθρωπος.

 

Οι φωτογραφίες: Πρόσωπα σε διάφορες χρονικές στιγμές – το ίδιο πρόσωπο με τα σημάδια του χρόνου – επιτείνει αυτή τη συνομιλία του «ήταν» και του «τώρα». Η επεξεργασία εξάλλου που υφίστανται οι φωτογραφίες (που είναι τραβηγμένες από την ίδια) με υλικά όπως είναι η άμμος, το χώμα, μοιάζουν ως επιτύμβιες στήλες. Όχι μόνο γιατί το χώμα παραπέμπει στο τέλος και στην τύχη του ανθρώπου, αλλά και γιατί η ίδια η αίσθηση που αποπνέει ο πίνακας δίδει την εντύπωση μιας επιτύμβιας στήλης που στήθηκε στη μνήμη ενός αγαπημένου νεκρού. Ίσα ίσα για να μπορεί από το «χθες» να ανακληθεί στο «τώρα».

 

Βιβλία: Και η σειρά των βιβλίων όσο και να μοιάζει άλλη δουλειά κρατά αυτό το χαρακτήρα της συνομιλίας του «ήταν» και του «τώρα». Ένα βιβλίο πάντα, από τη φύση του, είναι μια πρόταση της χρονικής στιγμής που γράφεται (ήταν) και της χρονικής στιγμής που διαβάζεται (τώρα).

 

Ο διάλογος μέσα από την απόσταση του χρόνου επιτείνεται ακόμη περισσότερο εξαιτίας της φθαρτότητας των υλικών. Χους ην και εις χουν απελεύσει. Τα υλικά των «βιβλίων» (χώμα, άμμος, επιχρωματισμένη μαρμαρόσκονη) αφήνουν τα ίχνη τους στα ακροδάκτυλα του αναγνώστη καθώς φυλλομετρά το βιβλίο και επιχειρεί τη δική του ανάγνωση.

 

Αυτή ακριβώς είναι και η πρόθεση της δημιουργού. Μπορεί εκείνη να έχει ως αφετηρία της – για παράδειγμα – την Έρημη χώρα του Έλιοτ και το στίχο «Ο Απρίλης είναι ο πιο σκληρός μήνας», αλλά εκείνο που ενδιαφέρει είναι η ανταπόκριση του αναγνώστη, ο λόγος που ο ίδιος ο αναγνώστης θα αρθρώσει μετά την ανάγνωση του βιβλίου.

 

Η δυνατότητα που του παρέχεται να ξεφυλλίσει το βιβλίο απομακρύνει από την επιταγή των μουσείων «Don’t touch» που στόχο βέβαια έχει την ακύρωση της φθοράς. Εδώ η επιταγή μετατρέπεται σε «Touch», γιατί ίσα ίσα η φθορά είναι ο νόμος της φύσης. Ούτε και το έργο τέχνης μπορεί να την αποφύγει. Και η προσπάθεια του καλλιτέχνη να κερδίσει την αθανασία μέσα από το έργο του, ίσως κι αυτή να είναι μια ματαιοπονία.

 

Η καλλιτέχνης, επομένως, απομακρύνεται από αυτό το ναρκισσισμό (ο ναρκισσισμός την έχει απασχολήσει και εικαστικά) και επιτρέπει στο έργο της να υποστεί τη φθορά. Να συνδιαλαγεί το «ήταν» με το «τώρα» και ό,τι κρατήσει το έργο από αυτή τη συνομιλία με τον ένα θεατή να αποτελέσει υλικό για την «αυριανή» ανάγνωση που θα επιχειρήσει κάποιος άλλος θεατής-αναγνώστης στο ίδιο ακριβώς δίπολο του παρελθόντος-παρόντος που καθίσταται κατ’ αυτό τον τρόπο και μέλλον.

 

Απρίλης: Άνοιξη, αλλά με τη νίκη επί του θανάτου. Η Περσεφόνη, ο Υάκινθος, οι χθόνιες θεότητες των Ελλήνων επανέρχονται από το σκότος στο φως την Άνοιξη. Την επιστροφή τους σηματοδοτεί και η αναγέννηση, η ανθοφορία της φύσης. Αλλά η Άνοιξη, ο Απρίλης, είναι και ο επιτάφιος θρήνος, το άρωμα της βιολέτας – παρουσία της Άνοιξης – στον επιτάφιο. Το «έαρ» είναι και η πονεμένη φωνή της μάνας του Ιησού «Ω, γλυκύ μου Έαρ». Και μπορεί στον Σολωμό ο Απρίλης και ο Έρωτας χορεύουν και γελούνε, αλλά εκείνη ίσα ίσα η πιο γλυκειά ώρα σημαδεύεται από τη θυσία των Μεσολογγιτών.

 

Η καλλιτέχνης με αφορμή τον Έλιοτ – η συνομιλία μαζί του ούτως ή άλλως εντάσσεται στον πολύμορφο και πολυπρόσωπο διάλογο που έχει ανοίξει κατά την καλλιτεχνική της ωρίμανση στο Λονδίνο – έχει περισσότερο να κάνει με τις ελληνικές της καταβολές, έστω και εάν η ίδια δεν αναγνώρισε την αφετηρία αυτού του διαλόγου που εγκαινιάζει ο Έλιοτ στη σειρά των βιβλίων της.

 

Την ιδέα των ανοικτών στούντιο των καλλιτεχνών στο κοινό, που μια μορφή υλοποίησή της αποτελεί και αυτός ο τόμος, συζήτησα εν τη γενέσει της με τη Γιώτα Σκαρβέλη που συμμετέχει σε αυτή την κίνηση. Την χαιρέτησα με ενθουσιασμό, γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπορούσα να συναισθανθώ ό,τι θα είχα απωλέσει με μια πρόσκληση σε κάποια αίθουσα τέχνης: Η όσφρηση ταύτιζε μυρουδιές από γηγενή αρωματικά φυτά και άλλα που προέρχονταν από τα βάθη της Ανατολής. Η ακοή συνελάμβανε λέξεις που ανήκαν σε γλώσσες με άγνωστη σε μένα καταγωγή. Η αφή είχε το περιθώριο να πλανηθεί σε υλικά, πίνακες και πάγκους εργασίας. Η γεύση ακόμη να απολαύσει τον καφέ κατά τον τρόπο της καλλιτέχνιδος. Στην πρωτοκαθεδρία η όραση: Η Ακρόπολη από τη μια, από την άλλη η άναρχη δόμηση της πόλης με το δάσος των τηλεοπτικών κεραιών και τα πιο άμεσα πλάνα, πίνακες ολοκληρωμένοι, ημιτελείς, κάποιοι δηλωτικοί του επόμενου βήματος της δημιουργού, άλλοι να μαρτυρούν το αδιέξοδο, την αγωνία της μορφοποίησης που απέχει πολύ από τη σύλληψη της ιδέας.

 

Αυτή η ατμόσφαιρα στην οποία δρα ο καλλιτέχνης και αυτή η συναισθησία που κερδίζει ο επισκέπτης, η κατά πρόσωπον και από καρδιάς συνομιλία με τον δημιουργό είναι δύσκολο να ευδοκιμήσουν σε άλλον από το δικό του χώρο.

 

Δρ. Γεωργία Κακούρου Χρόνη

Επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης

 

 

 

 

 

Γιώτα Σκαρβέλη: The Book of Hours. Εγκατάσταση στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς

 

 

 

Επιμέλεια, Δρ. Γεωργία Κακούρου Χρόνη

 

«Θεέ μου, τι θα κάνεις; Φοβούμαι πολύ!»

 

             Rainer Maria Rilke

 

Οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1991, με κύριο σκοπό την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών κυρίως σε μνημεία που δεν είναι προσβάσιμα για το κοινό την υπόλοιπη χρονιά. Στις εκδηλώσεις συμμετέχουν μουσεία και άλλοι πολιτιστικοί οργανισμοί. Η εορτή δίνει την ευκαιρία να προσεγγιστούν οι μουσειακές συλλογές από μια διαφορετική οπτική και να προσφερθεί μια διαφορετική ερμηνεία τους.

 

Η Ελλάδα συμμετέχει στον εορτασμό από το 1994. Ως ημέρες του εορτασμού ορίζονται οι τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου, από τις 28 έως τις 30. Οι φετινές εκδηλώσεις φέρουν τον τίτλο Οικείες ιστορίες. Στο πλαίσιο αυτών των εκδηλώσεων πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση της Γιώτας Σκαρβέλη στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά, με επιμέλεια της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη.

 

Η Γιώτα Σκαρβέλη γεννήθηκε στο Καστόρι. Οι καλλιτεχνικές της αναζητήσεις την οδήγησαν στο Λονδίνο, από όπου επέστρεψε πρόσφατα. Το έργο της The Book of Hours (Το Βιβλίο των Ωρών) αποτελεί μέρος μιας «σειράς βιβλίων» που η «συγγραφή» τους ξεκίνησε το 1997 και αφορμάται από τον στίχο της Έρημης Χώρας του T. S. Eliot: «I’ll show you fear in a handful of dust» (σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη: «Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο»).

 

Ο τίτλος του Βιβλίου της είναι δάνειος. Το Βιβλίο των Ωρών ήταν το σπουδαιότερο βιβλίο προσευχής κατά το Μεσαίωνα. Ήταν χωρισμένο σε οκτώ τμήματα (Ώραι) που περιείχαν ψαλμούς, ύμνους, προσευχές, και άλλα αναγνώσματα, με πυρήνα τις Ώρες της Παρθένου, και έπρεπε να διαβαστούν ορισμένες ώρες της ημέρας. Κάθε βιβλίο ήταν ιδιαίτερο εξαιτίας της διακόσμησής του αλλά και των προσθηκών που τις διαμόρφωναν οι ανάγκες των κατόχων τους. Το πιο γνωστό εικονογραφημένο χειρόγραφο είναι οι Trés Riches Heures του Duc de Berry από τις μικρογραφιες με τις οποίες το διακόσμησαν οι τρεις Φλαμανδοί αδελφοί Limburg (1416).

 

Το δικό του Βιβλίο των Ωρών μερικούς αιώνες αργότερα (1905) γράφει ο Rainer Maria Rilke. Ο ποιητής σε μια εποχή δυσπιστίας, μοναξιάς, βαθιάς αγωνίας και φόβου αρθρώνει με τους στίχους του τη δική του προσευχή και αναζητά την προσωπική του ταυτότητα ανάμεσα στο συνεχές γίγνεσθαι του Θεού, του ανθρώπου και της φύσης.

 

Αλλά στον ερειπιώνα του Μυστρά ενοικούν οι Ώρες από το Μοναστήρι της Παντάνασσας. Ώραι είναι μέρος του κύκλου των ακολουθιών του εικοσιτετραώρου, αναγνώσματα και τροπάρια, αντιστοιχούν σε ορισμένες ώρες της ημέρας και ψάλλονται καθημερινά στη Μονή από τον Εσπερινό έως την Ενάτη Ώρα χρόνια τώρα.

 

Η Γιώτα Σκαρβέλη στο δικό της Βιβλίο των Ωρών κατέχεται πρώτα από την ανάγκη της ενδοπροσωπικής επικοινωνίας. Της ανάγκης, δηλαδή, η ίδια να εγκύψει στον εαυτό της. Να προσδιορίσει τις ιδέες από τις οποίες εμφορείται και στη συνέχεια να τις μορφοποιήσει για να καταστήσει δυνατή την επικοινωνία της μαζί μας. Στο Βιβλίο της εγγράφει πτυχές του εσωτερικού της κόσμου.

 

Στον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά η εγγραφή αυτή διευκολύνεται από την επαφή της τέχνης με τη φύση. Ο διάλογος που αναπτύσσεται ανάμεσα στην τέχνη και τη φύση, στο άυλο και στο υλικό, απεικονίζεται στο έργο της. Η διαλεκτική υλικού και άυλου κόσμου μορφοποιείται απτά.

 

Το ίδιο το έργο της – Βιβλίο – όχι μόνο παραπέμπει στην ύλη, αλλά και στη φθορά της, αφού στις σελίδες του Βιβλίου είναι ενσωματωμένα φθαρτά υλικά από τον ίδιο το χώρο του Μυστρά και η φθορά τους επιτείνεται κάθε φορά που ένας νέος αναγνώστης επιχειρεί μία ανάγνωση.

 

Από την άλλη το βιβλίο παραπέμπει σε ό,τι το πνεύμα επιχειρεί να καταστήσει – με το να το καταγράφει – άφθαρτο. Η αίσθηση αυτή αναδεικνύεται με την ίδια την ύπαρξη του αρχαιολογικού χώρου και με την παρουσίαση στο Βιβλίο μορφών που έζησαν και έδρασαν στον Μυστρά και εξακολουθούν να είναι παρούσες.

 

Η πρόσκληση, ωστόσο, της εισόδου μας στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου έχει πρόσθετη και ουσιαστικότερη σημασία.

 

Οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι φέτος αφιερωμένες στην «οικία». Προσκαλούμεθα, λοιπόν, να εισέλθουμε στην «Οικία» του Θεού. Να εγκαταλείψουμε, δηλαδή, έστω και για λίγο την ιδιωτική μας οικία, να αφήσουμε το μέρος και να αναζητήσουμε το Όλον, γιατί ως άνθρωποι αποτελούμε μέρος ενός βαθύτερου συνόλου σε φυσικό, νοητικό, ψυχικό και πνευματικό επίπεδο.

 

Η είσοδός μας στον «Οίκον» του Θεού σημαίνει επικοινωνία με το Όλον που μας υπερβαίνει. Σημαίνει αποδοχή της χρονικότητάς μας μέσα στο σύμπαν του Θεού και θρυμματισμό της έπαρσής μας, αλλά και πίστη ότι δεν είμαστε εκτεθειμένοι μόνο στη φθορά. Μέσα στη χρονικότητά μας καλούμεθα να αναζητήσουμε την ακεραιότητα που εξασφαλίζει η ικανότητα της αγάπης και η εναρμόνισή μας με το σύμπαν.

 

Η πρόταση γονυκλινείς να επικοινωνήσουμε με την καλλιτέχνιδα δεν εμφαίνει ένα είδος εγωπάθειας, αλλά την ταπεινότητα που απαιτείται και τη βούληση που οφείλουμε να επιδείξουμε για να επικοινωνήσουμε στον «Οίκον» του Θεού με τον βαθύτερο εαυτό μας. Να αναζητήσουμε εντός μας το Όλον του οποίου αποτελούμε μέρος.

 

Ως παρεπίδημους μας καλεί η καλλιτέχνις να συγγράψουμε κι εμείς τις δικές μας Ώρες.

 

Δρ. Γεωργία Κακούρου Χρόνη

Επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης

Πατήστε εδώ για το Βιβλίο των Ωρών

Copyright © Yiota Skarveli ­— 2017